απόμακρος


απόμακρος
[апомакрос] εκ. отдалённый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απόμακρος" в других словарях:

  • απόμακρος — η, ο Ι. μακρινός, απομακρυσμένος II. επίρρ. απόμακρα 1. από μακριά, από μεγάλη απόσταση 2. μακριά, σε μεγάλη απόσταση 3. με υπονοούμενα, με υπαινιγμούς …   Dictionary of Greek

  • απόμακρος — η, ο επίρρ. α μακρινός, αλαργινός: Απόμακρα ακούγονταν φωνές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλαργινός — ή, ό [αλάργα] μακρινός, απόμακρος …   Dictionary of Greek

  • μακρινός — (Marcus Opellius Severus Macrinus, 164 – Βιθυνία 218 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας (217 218), μαυριτανικής καταγωγής. Το 212 έγινε έπαρχος. Λέγεται ότι οργάνωσε τη δολοφονία του Καρακάλλα (217), γεγονός που επαληθεύεται και από την ανακήρυξή του σε …   Dictionary of Greek

  • μακρός — ά, ό (AM μακρός, ά, όν, ιων. θηλ. μακρή) 1. αυτός που έχει μεγάλο μήκος, μακρύς, επιμήκης (α. «μακροί δρόμοι» β. «οὕνεκ ἄρ οὐ τόξοισι μαχέσκετο δουρί τε μακρῷ», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που έχει μεγάλο ύψος, υψηλός (α. «μακρός στύλος» β. «γαῑα... ξυνή …   Dictionary of Greek

  • προσεγγίζομαι — προσεγγίζομαι, προσεγγίστηκα βλ. πίν. 34 Σημειώσεις: προσεγγίζομαι : κυρίως με τις έννοιες → μεπλησιάζει κάποιος (π.χ. είναι απόμακρος άνθρωπος, δεν προσεγγίζεται εύκολα) ή → εξετάζομαι με ορισμένο τρόπο (π.χ. το ζήτημα προσεγγίζεται από πολιτική …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανάμερος — η, ο επίρρ. α απόμερος, απόμακρος: Το χτήμα ήταν καλό, αλλά σε τόπο ανάμερο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μακρινός — ή, ό 1. απομακρυσμένος, απόμακρος: Ζούσε σε μια μακρινή χώρα. 2. που απέχει χρονικά, ο πολύ παλιός: Αυτά γινόταν μόνο σε μακρινές εποχές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)